Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

ocean perch


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο ocean παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: perch
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ocean n(large salt water body)θάλασσα ουσ θηλ
 Many types of fish live in the ocean.
 Πολλά είδη ψαριών ζουν στη θάλασσα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ocean n(a region of salt water)ωκεανός ουσ αρσ
 The Atlantic Ocean is wide and deep.
 Ο Ατλαντικός Ωκεανός είναι μεγάλος και βαθύς.
ocean n(any vast expanse) (μεταφορικά)ωκεανός ουσ αρσ
  θάλασσα ουσ θηλ
 In some parts of Ohio, all you can see is an ocean of corn.
ocean n as adj(of the ocean) (επιστημονικός όρος)ωκεάνιος επίθ
  του ωκεανού περίφρ
  θαλάσσιος επίθ
  της θάλασσας περίφρ
 The Titanic was one of the largest ocean liners of its day.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο πυθμένας του ωκεανού κρύβει πολλές μορφές θαλάσσιας ζωής.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a drop in the ocean (UK),
a drop in the bucket (US)
n
figurative, informal, UK (amount: trivial) (μεταφορικά)σταγόνα στον ωκεανό έκφρ
 The money I give to charity is a drop in the ocean compared to some people.
 Τα χρήματα που δίνω σε φιλανθρωπίες είναι σταγόνα στον ωκεανό σε σύγκριση με κάποιους άλλους.
a drop in the ocean nfigurative, informal, UK ([sth], [sb]: inconsequential) (καθομιλουμένη: μπροστά σε κτ)τίποτα ουσ ουδ άκλ
 I am just a drop in the ocean of many dozens of candidates vying for this job.
Arctic Ocean n(ocean within Arctic Circle)Αρκτικός Ωκεανός επίθ + ουσ αρσ
Atlantic Ocean n(body of water)Ατλαντικός Ωκεανός επίθ + ουσ αρσ
 His boat's missing somewhere in the Atlantic Ocean.
Indian Ocean n(third-largest body of water)Ινδικός Ωκεανός ουσ αρσ
 The Cocos Islands are in the eastern Indian Ocean.
mid-ocean ridge n(submarine mountain)μεσοωκεάνια ράχη επίθ + ουσ θηλ
ocean bottom n(sea bed)βυθός του ωκεανού έκφρ
 When ships sink, they fall to the ocean bottom.
ocean cruise n(holiday on a ship)κρουαζιέρα ουσ θηλ
ocean depths npl(bottom of the sea)βάθη του ωκεανού έκφρ
 The ship sank slowly into the ocean depths.
ocean floor n(sea bed)βυθός του ωκεανού έκφρ
 The ocean floor is littered with the remains of shipwrecks.
ocean liner n(large ship)υπερωκεάνειο ουσ ουδ
 The ocean liner was too large to navigate the narrow channel.
 Το υπερωκεάνειο ήταν πολύ μεγάλο για να πλοηγηθεί στο στενό πέρασμα.
ocean travel n(making journeys by sea)θαλάσσια/υπερπόντια ταξίδια έκφρ
 I prefer air travel to ocean travel, it's much quicker.
ocean waves npl(sea) (κοντά στην ακτή)κύματα της θάλασσας περίφρ
  θαλάσσια κύματα επίθ + ουσ ουδ πλ
 (στον ωκεανό)κύματα του ωκεανού περίφρ
  ωκεάνια κύματα επίθ + ουσ ουδ πλ
ocean-going,
also US: oceangoing
adj
(ship: for sailing at sea)ποντοπόρος, ωκεανοπόρος επίθ
the Pacific Ocean n(world's largest body of water)Ειρηνικός Ωκεανός φρ ως ουσ αρσ κύρ
 Two-thirds of the Earth's water is in the Pacific Ocean.
 It takes a long time to fly across the Pacific Ocean.
 Τα δύο τρίτα του νερού της Γης βρίσκονται στον Ειρηνικό Ωκεανό. // Χρειάζεται πολύ χρόνος, για να διασχίσεις πετώντας τον Ειρηνικό Ωκεανό.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ocean perch στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ocean perch».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!